worth

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

worth < αγγλοσαξονική weor

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

worth

  • I’ll have a dollar's worth of candy, please.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

worth (άλλοι εκτιμούν ότι πρέπει να θεωρείται πρόθεση)

  • που αξίζει, είναι άξιο για
  • My house now is worth double what I paid for it.