Μετάβαση στο περιεχόμενο

zero tolerance

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
zero tolerance <  δείτε τις λέξεις zero και tolerance

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

zero tolerance (en) (μη μετρήσιμο)

  • μηδενική ανοχή
    παράδειγμα  The company enforces a zero-tolerance policy for corruption.
    Η εταιρεία επιβάλλει πολιτική μηδενικής ανοχής για τη διαφθορά.