zur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

zur < zu + der

Συγχώνευση[επεξεργασία]

zur (de) θηλυκό