αισθητικών
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
αισθητικών
- αισθητικός, στη γενική του πληθυντικού
- αισθητική, στη γενική του πληθυντικού
- αισθητικό, στη γενική του πληθυντικού