αλιγάτορας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αλιγάτορας < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
αλιγάτορας αρσενικό και αλλιγάτορας
- (ερπετολογία) τετράποδο ερπετό, συγγενές με τους κροκόδειλους, με μεγάλη ουρά και μακρύ ρύγχος