αφυπνίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- αφυπνίζω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
αφυπνίζω
- Κυριολεκτικά σημαίνει το να ξυπνάω κάποιον. Χρησιμοποιείται όμως αποκλειστικά μεταφορικά. Δηλαδή, το να ξυπνάω κάποιον, ο οποιός βρισκόταν σε λήθαργο ή σε λανθάνουσα κατάσταση.
- Τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων και οι συμβουλές του γιατρού αφύπνισαν τον κ. Νίκο ο οποιος πλεον προσέχει την διατροφή του και αθλήται συχνά
[
]
Μεταφράσεις
αφυπνίζω