δε
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- δε < δεν < αρχαία ελληνική οὐδέν
Μόριο [
]
δε
Σημειώσεις [
]
Το τελικό ν της λέξης "δεν" όπως και των άρθρων τον, την κ.λπ. αποβάλλεται πριν από εξακολουθητικό σύμφωνο
- δε θέλω, δε σε βρίζω, αλλά δεν πιστεύω, δεν αγαπώ
Ετυμολογία [
]
- δε < αρχαία ελληνική δέ
Σύνδεσμος [
]
δε
- (λόγιος) χρησιμοποιείται για να δηλώσει αντίθεση προς κάτι που αναφέρθηκε προηγουμένως, συχνά σε συνδυασμό με το σύνδεσμο μεν, ή ως μεταβατικός ή για να δοθεί έμφαση
- από τα δύο αδέλφια ο μεν Γιώργος είναι κοινωνικός, ο δε Γιάννης μοναχικός
- Όλα αυτά τα παιδιά είναι καταπληκτικοί ποδοσφαιριστές. Ο δε Νίκος είναι πολύ καλός και στο στίβο.
- (με άρθρο, ως ουσιαστικό)
- οι μεν έπαιζαν χαρτιά, οι δε κουτσομπόλευαν στο σαλόνι
Μεταφράσεις [
]
δε