εκπαιδεύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εκπαιδεύω < αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω

Open book 01.svg Ρήμα[]

εκπαιδεύω

  1. διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες
  2. μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες, το εκγυμνάζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]