καθυστερώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- καθυστερώ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.θi.stɛ.ˈɾɔ/
[
]
Ρήμα
καθυστερώ
- κάνω κάτι αργότερα από ό,τι έχει καθοριστεί
- καθυστέρησα να πληρώσω το λογαριασμό
- αργοπορώ, δεν φθάνω εγκαίρως
- λόγω της βροχής καθυστερήσαμε να φτάσομε
- κάνω κάποιον να αργοπορήσει, να χάσει χρόνο
- με καθυστέρησε ένας πελάτης
- δεν συμβαδίζω
- καθυστερεί να καταλάβει