καρατομώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καρατομώ < αρχαία ελληνική καρατομέω - καρατομῶ < κάρα + τέμνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

καρατομώ

  1. αποκόπτω το κεφάλι, αποκεφαλίζω κάποιον
  2. (μεταφορικά) καθαιρώ την ηγεσία

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]