λήγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λήγω < αρχαία ελληνική λήγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈli.ɣɔ/

Ομώνυμα[]

Open book 01.svg Ρήμα[]

λήγω (αμετάβατο)

  1. τερματίζομαι, επειδή ολοκληρώθηκε ή επειδή πέρασε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
    ο αγώνας έληξε ισόπαλος
  2. (με την πρόθεση σε) έχω ως τελευταίο τμήμα μου, καταλήγω
    τα ρήματα που λήγουν σε -ίζω γράφονται με γιώτα
    τελευταία μέρα για να καταθέσουν τη δήλωσή τους όσων το ΑΦΜ λήγει σε 10
  3. για προϊόντα που έχει παρέλθει η ημερομηνία λήξης τους και δεν πρέπει να καταναλωθούν
    μη την πιεις αυτή την μπίρα, έχει λήξει

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

  • το θέμα θεωρείται λήξαν : ότι έκλεισε, τελείωσε, να μη δοθεί συνέχεια

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λήγω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

λήγω

  1. λήγω, τελειώνω