πέρδομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πέρδομαι < αρχαία ελληνική πέρδομαι
Ρήμα [
]
πέρδομαι
- (λόγιο) κλάνω
Σημειώσεις [
]
- χρησιμοποιείται σε επίσημες ή ευγενικές εκφράσεις
Μεταφράσεις [
]
πέρδομαι
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| Αρχικοί χρόνοι | Ενεργητική φωνή | Μέση-Παθητική φωνή |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | πέρδομαι | |
| Παρατατικός | ||
| Μέλλοντας | ||
| Αόριστος | ἔπαρδον | |
| Παρακείμενος | πέπορδα | |
| Υπερσυντέλικος | ||
| Συντελεσμένος Μέλλοντας |
Ετυμολογία [
]
πέρδομαι < ηχοποίητη ρίζα *περδ-
Ρήμα [
]
πέρδομαι