πορδή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πορδή | πορδές |
| γενική | πορδής | πορδών |
| αιτιατική | πορδή | πορδές |
| κλητική | πορδή | πορδές |
[
]
Ετυμολογία
- πορδή < αρχαία ελληνική πορδή
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
πορδή θηλυκό
- η εκούσια ή ακούσια αποβολή αερίων του εντέρου από τον πισινό, που μπορεί και να δημιουργεί ήχο
- (μεταφορικά) για άτομο μικρής ηλικίας
- ο γιος σου είναι μια σταλιά πορδή και αντιμιλάει
[
] Εκφράσεις
- κούφια / τζούφια πορδή: πορδή η οποία δεν δημιούργησε ήχο
- με πορδές δεν βάφονται αβγά
- (πετάγομαι) σαν (την) πορδή
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
πορδή
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
πορδή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πορδή θηλυκό