παρεξηγώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- παρεξηγώ < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής παρεξηγέομαι (παρερμηνεύω)
[
]
Ρήμα
παρεξηγώ, παθητικό: παρεξηγούμαι, παθητική μετοχή: παρεξηγημένος
- ερμηνεύω λανθασμένα
- αντιλαμβάνομαι με λανθασμένο τρόπο τα λόγια, τις προθέσεις, τη συμπεριφορά κλπ ενός ανθρώπου, συνήθως αποδίδοντάς του κάτι κακό