περνώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

περνώ < αρχαία ελληνική περάω-περῶ (μέλλ. περάσω) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *per- (διαπερνώ, διασχίζω)

Open book 01.svg Ρήμα[]

περνώ, παρατ.: περνούσα, στιγμ. μέλλ.: θα περάσω, αόρ.: πέρασα , παθ.φωνή: περνιέμαι , μτχ.π.π.: περασμένος

  1. καθώς κινούμαι, διασχίζω έναν τόπο ή βρίσκομαι σε αυτόν ή κοντά σε αυτόν
    (αμετάβατο) πηγαίνοντας από την Αθήνα στην Κόρινθο περνάμε από την Κακιά Σκάλα
    (μεταβατικό) αυτή τη στιγμή περνάμε την Κακιά Σκάλα
  2. (μεταφορικά) μεταβαίνω από μια κατάσταση σε άλλη
    περνούσε κάθε τόσο από την απελπισία στην αισιοδοξία χωρίς φανερό λόγο
  3. (μεταβατικό) οδηγώ κάτι ώστε διασχίσει ένα στενό πέρασμα ή από μηχάνημα
    περνάω την κλωστή στη βελόνα
    περνάμε το κρέας από τη μηχανή του κιμά
  4. προχωρώ σε επόμενο (ανώτερο) στάδιο,
    η ομάδα μας πέρασε στους ημιτελικούς
    • προβιβάζομαι (στο σχολείο)
      (αμετάβατο) πέρασα στην επόμενη τάξη
      (μεταβατικό) πέρασα τα μαθηματικά, αλλά έμεινα στη φυσική
    • (μεταβατικό) προβιβάζω κάποιον
      δεν έγραψε καλά, αλλά ο καθηγητής τον πέρασε
  5. (αμετάβατο) για να δηλωθεί το προχώρημα του χρόνου, της ώρας
    καθώς τα χρόνια περνούν, η τεχνολογία ολοένα εξελίσσεται
  6. (αμετάβατο) για να δηλωθεί η λήξη μιας χρονικής περιόδου
    πέρασε η ώρα, πρέπει να φύγουμε
  7. (με υποκείμενο ένα πρόσωπο) για να δηλωθεί ο τρόπος με τον οποίο προχώρησε μια χρονική περίοδος
    (αμετάβατο) περάσαμε όμορφα στις διακοπές
    (μεταβατικό) περάσαμε δύσκολες στιγμές, αλλά ξεπεράσαμε τις δυσκολίες
  8. μεταβιβάζω, δίνω κάτι (που μου έδωσαν) σε κάποιον
  9. εγκρίνομαι (ιδίως μετά από ψηφοφορία)
    η πρόταση δεν πέρασε στο διοικητικό συμβούλιο
  10. (μεταβατικό) θεωρώ (λανθασμένα) ότι κάποιος ή κάτι έχει μια ιδιότητα
    συγγνώμη, σας πέρασα για κάποιον γνωστό μου
  11. εκτελώ σε ένα αντικείμενο μια ορισμένη εργασία (ιδίως όταν αυτό επαναλαμβάνεται)
    • απλώνω κάτι σε μια επιφάνεια (αλείφω ή βάφω)
      πέρασα το πρώτο χέρι και πάω για το δεύτερο (για βάψιμο μιας επιφάνειας)

Εκφράσεις[]

  • περνάω την ώρα μου (απασχολούμενος με κάτι)
  • περνάω απαρατήρητος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]