σκλάβος

Από Βικιλεξικό
(Ανακατεύθυνση από σκλάβε)
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σκλάβος σκλάβοι
γενική σκλάβου σκλάβων
αιτιατική σκλάβο σκλάβους
κλητική σκλάβε σκλάβοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σκλάβος < Σλάβος ή Σκλαβηνός (η λέξη εμφανίστηκε τον 8ο μ.Χ. αιώνα στο Βυζάντιο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

σκλάβος αρσενικό

  1. άτομο που έχει αιχμαλωτισθεί και χρησιμοποιείται για χειρωνακτικές, κυρίως, εργασίες

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]