συνεισφέρω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- συνεισφέρω < αρχ. συνεισφέρω
Ρήμα [
]
συνεισφέρω
- Συμμετέχω υλικά ή ηθικά σ΄έναν κοινό σκοπό
- Θα ήθελα να συνεισφέρω κι εγώ στην αγορά δώρου
- Συνεισφέρει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους
Μεταφράσεις [
]
συνεισφέρω