συνεισφέρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνεισφέρω < αρχ. συνεισφέρω

Open book 01.svg Ρήμα []

συνεισφέρω

  1. Συμμετέχω υλικά ή ηθικά σ΄έναν κοινό σκοπό
    Θα ήθελα να συνεισφέρω κι εγώ στην αγορά δώρου
    Συνεισφέρει στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους

32πχ Μεταφράσεις []