υποθάλπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υποθάλπω < υπό + θάλπω, το οποίο προέρχεται από το ουσιαστικό θάλπος, -ους (ουδ) (= ζέστη)

Open book 01.svg Ρήμα[]

υποθάλπω

  1. κρύβω και προστατεύω κάποιον ή κάτι, το οποίο είναι ή θεωρείται κακό, συνήθως παρά τις επιταγές των νόμων
    κατηγορείται ότι υπέθαλψε δραπέτη
  2. τροφοδοτώ ή ενισχύω κρυφά, συμβάλλοντας έμμεσα στη διατήρηση ή την έξαψη (πάθους, συναισθήματος κ.λ.π.)
    με τα άρθρα του υπέθαλπε την τρομοκρατία

32πχ Μεταφράσεις[]