[
]
- κρύβω < αρχαία ελληνική κρύπτω
κρύβω , παρατ.: έκρυβα, στιγμ. μέλλ.: θα κρύψω, αόρ.: έκρυψα , παθ.φωνή: κρύβομαι , μτχ.π.π.: κρυμμένος
- τοποθετώ κάτι σε μέρος όπου δεν θα το ανακαλύψουν οι άλλοι
- ο δολοφόνος έκρυψε το μαχαίρι του εγκλήματος στο υπόγειο
- τοποθετώ κάτι σε μέρος τέτοιο ώστε να μην είναι ορατό
- ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να κρύψουν τα βιβλία τους επειδή θα έγραφαν τεστ
- τακτοποιώ, τοποθετώ κάτι σε μέρος ασφαλές ώστε να το χρησιμοποιήσω αργότερα
- (στη μαγειρική) ανοίγω μια τρύπα σ΄ ένα κομμάτι κρέας και βάζω μέσα μπαχαρικό ή κάτι άλλο που δίνει γεύση
- κρύβουμε το σκόρδο μέσα στο κρέας
- καλύπτω κάτι με κάτι άλλο για να μη φαίνεται
- έριξε πάνω της ένα σεντόνι να κρύψει τη γύμνια της
- μπαίνω μπροστά από ένα άλλο αντικείμενο το οποίο πια δεν είναι ορατό
- μη μου κρύβεις τον ήλιο, είπε ο Διογένης στον Αλέξανδρο
- κρατώ κάτι μυστικό από τους άλλους
-
- κάτι μου κρύβεις για το παρελθόν σου
συνώνυμα: αποκρύπτω
- έχω στο εσωτερικό μου κάτι που δεν είναι ορατό
- ας ανοίξουμε αυτό το παλιό σεντούκι να δούμε τι θησαυρούς μπορεί να κρύβει
- (μεταφορικά)
- πίσω από το σκληρό παρουσιαστικό κρύβει μια ευαίσθητη ψυχή
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
κρύψει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
κρύβοντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
κρύβω |
κρύβεις |
κρύβει |
κρύβο(υ)με |
κρύβετε |
κρύβουν(ε) |
| παρατατικός |
έκρυβα |
έκρυβες |
έκρυβε |
κρύβαμε |
κρύβατε |
έκρυβαν |
| αόριστος |
έκρυψα |
έκρυψες |
έκρυψε |
κρύψαμε |
κρύψατε |
έκρυψαν |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα κρύβω |
θα κρύβεις |
θα κρύβει |
θα κρύβο(υ)με |
θα κρύβετε |
θα κρύβουν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα κρύψω |
θα κρύψεις |
θα κρύψει |
θα κρύψο(υ)με |
θα κρύψετε |
θα κρύψουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω κρύψει |
έχεις κρύψει |
έχει κρύψει |
έχο(υ)με κρύψει |
έχετε κρύψει |
έχουν(ε) κρύψει |
| παρακείμενος β' |
έχω κρυμμένο |
έχεις κρυμμένο |
έχει κρυμμένο |
έχο(υ)με κρυμμένο |
έχετε κρυμμένο |
έχουν(ε) κρυμμένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα κρύψει |
είχες κρύψει |
είχε κρύψει |
είχαμε κρύψει |
είχατε κρύψει |
είχαν(ε) κρύψει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα κρυμμένο |
είχες κρυμμένο |
είχε κρυμμένο |
είχαμε κρυμμένο |
είχατε κρυμμένο |
είχαν(ε) κρυμμένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω κρύψει |
θα έχεις κρύψει |
θα έχει κρύψει |
θα έχο(υ)με κρύψει |
θα έχετε κρύψει |
θα έχουν(ε) κρύψει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω κρυμμένο |
θα έχεις κρυμμένο |
θα έχει κρυμμένο |
θα έχο(υ)με κρυμμένο |
θα έχετε κρυμμένο |
θα έχουν(ε) κρυμμένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να κρύβω |
να κρύβεις |
να κρύβει |
να κρύβο(υ)με |
να κρύβετε |
να κρύβουν(ε) |
| αόριστος |
να κρύψω |
να κρύψεις |
να κρύψει |
να κρύψο(υ)με |
να κρύψετε |
να κρύψουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω κρύψει |
να έχεις κρύψει |
να έχει κρύψει |
να έχο(υ)με κρύψει |
να έχετε κρύψει |
να έχουν(ε) κρύψει |
| παρακείμενος β' |
να έχω κρυμμένο |
να έχεις κρυμμένο |
να έχει κρυμμένο |
να έχο(υ)με κρυμμένο |
να έχετε κρυμμένο |
να έχουν(ε) κρυμμένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
κρύβε |
|
|
κρύβετε |
|
| αόριστος |
|
κρύψε |
|
|
κρύψτε |
|
περιφραστικός
χρόνος |
παρακείμενος |
|
έχε κρυμμένο |
|
|
έχετε κρυμμένο |
|
|