φενακίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- φενακίζω < αρχαία ελληνική φέναξ (ο απατεώνας)
[
]
Ρήμα
φενακίζω
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ρήμα
φενακίζω
- φέρω με δόλο, καταδολιεύω
[
]
Συνώνυμα
- πηνικίζω ή πηνηκίζω
[
]
Μεταφράσεις
φενακίζω