απατεώνας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απατεώνας απατεώνες
γενική απατεώνα απατεώνων
αιτιατική απατεώνα απατεώνες
κλητική απατεώνα απατεώνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

απατεώνας < αρχαία ελληνική ἀπατεών < ἀπατάω (: εξαπατώ, απατώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /a.pa.tɛ.ˈɔ.nas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

απατεώνας αρσενικό

  • το πρόσωπο που ξεγελάει κι εξαπατά συστηματικά τους άλλους για δικό του όφελος, με το να εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη, την καλή διάθεση που δείχνουν ή την αφέλειά τους

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]