εγκληματίας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- εγκληματίας < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɛŋ.gli.ma.ˈti.as/
[
]
Ουσιαστικό
εγκληματίας αρσενικό ή θηλυκό
- που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα
- (σε σχήμα υπερβολής) που έχει κάνει κάτι ηθικά απαράδεκτο