ποινικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | ||
|---|---|---|---|
| ονομαστική | ποινικός | ποινική | ποινικό |
| γενική | ποινικού | ποινικής | ποινικού |
| αιτιατική | ποινικό | ποινική | ποινικό |
| κλητική | ποινικέ | ποινική | ποινικό |
| πτώση | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | ποινικοί | ποινικές | ποινικά |
| γενική | ποινικών | ποινικών | ποινικών |
| αιτιατική | ποινικούς | ποινικές | ποινικά |
| κλητική | ποινικοί | ποινικές | ποινικά |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pi.ni.ˈkɔs/
[
]
Επίθετο
ποινικός, -ή, -ό
- σχετικός με ποινή