έγκλημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκλημα | εγκλήματα |
| Γενική | εγκλήματος | εγκλημάτων |
| Αιτιατική | έγκλημα | εγκλήματα |
| Κλητική | έγκλημα | εγκλήματα |
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈe̞(ŋ)ɡliˌma/
Ουσιαστικό
έγκλημα ουδέτερο
- κάθε άδικη πράξη, προβλεπόμενη και τιμωρούμενη από το νόμο με ποινή
- ανεξιχνίαστο έγκλημα
- (καθημερινή έκφραση) πράξη που θεωρείται κακή, άδικη, λάθος
- δεν είναι έγκλημα να λές την γνώμη σου ανοιχτά
Συγγενικές λέξεις
αλλά και
Σύνθετα
Μεταφράσεις
|
|