νόμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | νόμος | νόμοι |
| Γενική | νόμου | νόμων |
| Αιτιατική | νόμο | νόμους |
| Κλητική | νόμε | νόμοι |
Ετυμολογία
- νόμος < αρχαία ελληνική νόμος
Ουσιαστικό
νόμος αρσενικό
- υποχρεωτικός κανόνας δικαίου που εφαρμόζεται σε μια κρατική οντότητα, αφού θεσμοθετηθεί από τα αρμόδια νομοθετικά σώματα
- ένας νόμος τίθεται σε αεφαρμογή αφού δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
- το σύνολο των γραπτών κανόνων δικαίου που ισχύουν σε ένα κράτος, η νομοθεσία
- ο ελληνικός νόμος
- ηθικός κανόνας που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων
- άγραφος νόμος
- (επιστήμες) γενική διατύπωση, συχνά μια μαθηματική σχέση, που αφορά στα φυσικά φαινόμενα και περιγράφει την αιτιώδη σχέση μεταξύ των διαφόρων φυσικών μεγεθών