κακοποιός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | ||
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κακοποιός | κακοποιός | κακοποιό |
| Γενική | κακοποιού | κακοποιού | κακοποιού |
| Αιτιατική | κακοποιό | κακοποιό | κακοποιό |
| Κλητική | κακοποιέ | κακοποιέ | κακοποιό |
| Πτώση | Πληθυντικός | ||
| Ονομαστική | κακοποιοί | κακοποιοί | κακοποιά |
| Γενική | κακοποιών | κακοποιών | κακοποιών |
| Αιτιατική | κακοποιούς | κακοποιούς | κακοποιά |
| Κλητική | κακοποιοί | κακοποιοί | κακοποιά |
Ετυμολογία
- κακοποιός < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Επίθετο
κακοποιός -ός -ό
- που προξενεί κακό, εγκληματικός
- τα κακοποιά στοιχεία
Ουσιαστικό
κακοποιός αρσενικό
- ο κακούργος, ο εγκληματίας, ο απατεώνας, αυτός που διαπράττει εγκλήματα