ύπαιθρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ύπαιθρο < αρχαία ελληνική ὕπαιθρος
Ουσιαστικό
ύπαιθρο ουδέτερο
- περιοχή με βλάστηση, μακριά από κατοικημένες περιοχές, ιδίως μακριά από πόλεις, η ύπαιθρος, η εξοχή
- οποιοσδήποτε μη στεγασμένος χώρος