верить

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Russia.svg Ρωσικά (ru) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /[ˈvʲerʲɪtʲ]/

Open book 01.svg Ρήμα[]

верить (ru)

  1. πιστεύω, εμπιστεύομαι (συντάσσεται με δοτική)
    Я тебе не верю.
    Ja tebé ne vérju.
    Δεν σε πιστεύω./Δεν σε εμπιστεύομαι
  2. πιστεύω σε, έχω πίστη (συντάσσεται με αιτιατική)
    Ты веришь в бога?
    Ty vérish' v bóga?
    Πιστεύεις στον Θεό;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]