ambivalence
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
ambivalence (en)
- η αμφιθυμία, η αμφιταλάντευση
Γαλλικά (fr)
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɑ̃.bi.va.lɑ̃ːs/
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| ambivalence | ambivalences |
ambivalence (fr) θηλυκό