attributaire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
attributaire attributaires

attributaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. αυτός στον οποίο αποδίδεται κάτι

Επίθετο[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
attributaire attributaires

attributaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. στον οποίο αποδίδεται κάτι