axiomatic
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
axiomatic (en)
- (μαθηματικά) αξιωματικός (που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα)
[
]
Ρουμανικά (ro)
[
]
Επίθετο
axiomatic (ro)
- (μαθηματικά) αξιωματικός (που είναι σχετικός ή απορρέει από ένα αξίωμα)