bâbord

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /ba.bɔːʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
bâbord bâbords

bâbord  (fr) αρσενικό

  1. το αριστερό μέρος ενός πλοίου, βλέποντας προς την πλώρη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: gauche

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα []