brokerage
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
brokerage (en)
- χρηματιστηριακή ή μεσιτική εταιρεία
- η αμοιβή που δίνεται σε έναν χρηματιστή ή μεσίτη