caresse
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- caresse < charesse < ιταλική carezza < μεσαιωνική λατινική caritia < carus, ακριβός
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| caresse | caresses |
caresse (fr) θηλυκό
- το χάδι