cash
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
cash (en)
- τα μετρητά (χρήματα)
[
]
Ρήμα
cash (en)
- εξαργυρώνω (επιταγές σε μετρητά)
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- cash < αγγλική
[
]
Επίρρημα
cash (fr)
- (οικείο) τοις μετρητοίς