cegła
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Πολωνικά (pl) [
]
Προφορά [
]
Ετυμολογία [
]
cegła (pl) < γερμανική Ziegel (de) < παλαιογερμανικό ziegal < λατινικό tegula
Ουσιαστικό [
]
cegła (pl) θηλυκό