celownik
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Πολωνικά (pl)
[
]
Ουσιαστικό
[
]
celownik
(pl)
αρσενικό
το
σκόπευτρο
(
γραμματική
) η
δοτική
Κατηγορίες
:
Πολωνική γλώσσα
Ουσιαστικά (πολωνικά)
Γραμματική (πολωνικά)
Μενού πλοήγησης
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία νέου λογαριασμού
Σύνδεση
Χώροι ονομάτων
Σελίδα
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Σταθερός σύνδεσμος
Πληροφορίες σελίδας
Παραθέστε αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Bosanski
Česky
English
Euskara
Suomi
Français
Hrvatski
Íslenska
Italiano
日本語
한국어
Limburgs
Lietuvių
Nederlands
Polski
Svenska