σκόπευτρο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σκόπευτρο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σκόπευτρο ουδέτερο
- μηχανισμός σε όπλα και οπτικά όργανα που βοηθάει στη σκόπευση, στόχαστρο