circulaire
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| circulaire | circulaires |
circulaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό
[
]
- → δείτε τη λέξη: cercle