concentrated

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

concentrated  (en)

  1. συγκεντρωμένος (πάνω σε κάτι), εστιασμένος
    he was so concentrated on what he was reading that he didn't hear my question
  2. συγκεντρωμένος σε ένα σημείο ή πρόσωπο
    in a democracy, wealth should not be concentrated in the hands of a few people
    studies show that violent crime is usually concentrated in one part of town
  3. (για κάτι ρευστό) που το υγρό του έχει μειωθεί ώστε να είναι πιο πυκνό, συμπυκνωμένος
    concentrated orange juice

[] Open book 01.svg Ρηματικός τύπος

concentrated  (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος concentrate
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες