concert
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
concert (en)
- συντονισμός ενεργειών και σχεδίων
- συναυλία, κονσέρτο
- a rock concert
[
]
Ρήμα
concert (en)
- σχεδιάζω και ενεργώ συντονισμένα από κοινού, ενορχηστρώνω προσπάθειες/ενέργειες
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| concert | concerts |
concert (fr) αρσενικό
[
] Εκφράσεις
- de concert - από κοινού