confidence
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
confidence (en)
- εμπιστοσύνη
- confidence vote - ψήφος εμπιστοσύνης
- εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, αυτοπεποίθηση
- very often adolescents lack confidence
- βεβαιότητα
- πληροφορία που κρατιέται μυστική