contemplateur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό contemplateur contemplateurs
θηλυκό contemplatrice contemplatrices

contemplateur (fr)

  1. αυτός που ρεμβάζει, που χάνεται στις σκέψεις του, που ατενίζει το περιβάλλον του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]