couturière

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

ενικός πληθυντικός
couturière couturières

couturière  (fr) θηλυκό

  1. η μοδίστρα
  2. η τελική πρόβα ενός θεατρικού ή μουσικού έργου πριν την générale
    δείτε τις λέξεις: générale και première

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]