crude
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Επίθετο [
]
crude (en)
- αργός, ακατέργαστος
- crude oil - αργό πετρέλαιο
- χονδροειδής
- που δεν κρύβει τίποτα
- the crude truth - η ωμή αλήθεια
crude (en)