ακατέργαστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακατέργαστος < α- στερητικό + κατεργάζομαι + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[]

ακατέργαστος -η -ο

  1. που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία
    στο εργαστήρι του ο γλύπτης είχε ένα μεγάλο κομμάτι από ακατέργαστο μάρμαρο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]