ακατέργαστος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- ακατέργαστος < α- στερητικό + κατεργάζομαι + -τος
[
]
Επίθετο
ακατέργαστος -η -ο
- που δεν έχει υποστεί καμιά κατεργασία
- στο εργαστήρι του ο γλύπτης είχε ένα μεγάλο κομμάτι από ακατέργαστο μάρμαρο