ακαλλιέργητος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ακαλλιέργητος < α- στερητικό + καλλιεργώ + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[]

ακαλλιέργητος, -η, -ο

  1. που δεν έχει καλλιεργηθεί (κυριολεκτικά για το έδαφος, μεταφορικά για το πνεύμα, τις ικανότητες κλπ)


32πχ Μεταφράσεις[]