κατά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

φηγφλ΄΄γσξγορ}}=== κατά

  1. (+ γενική) εναντίον
  2. (+ αιτιατική)
    1. με χρονική σημασία
      κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
    2. δηλώνει το πρόσωπο που κρίνει· σύμφωνα με κάποιον
      κατά την άποψή μου
    3. δηλώνει ποσό κατά προσέγγιση· γύρω, περίπου
      θα έρθω κατά τις 6 το απόγευμα
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες