κατά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Open book 01.svg Πρόθεση[]

κατά

  1. (+ γενική) εναντίον
  2. (+ αιτιατική)
    1. με χρονική σημασία
      κατά τη διάρκεια του ταξιδιού
    2. δηλώνει το πρόσωπο που κρίνει· σύμφωνα με κάποιον
      κατά την άποψή μου
    3. δηλώνει ποσό κατά προσέγγιση· γύρω, περίπου
      θα έρθω κατά τις 6 το απόγευμα