κοντά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κοντά < μεσαιωνική ελληνική κοντά < μεσαιωνική ελληνική κοντός
[
]
Προφορά
[
]
Επίρρημα
κοντά
- (τοπικό) σε μικρή απόσταση στο χώρο
- Το ταχυδρομείο είναι εδώ κοντά.
- (χρονικό) σε μικρή απόσταση στο χρόνο
- Επέστρεψε στο σπίτι κοντά στο βράδυ.
- εκτός
- Κοντά στ' άλλα, έχασα το πορτοφόλι και τα κλειδιά μου!
[
]
Συνώνυμα
- τοπικό
- χρονικό
- εκτός
[
]
Αντώνυμα
[
] Εκφράσεις
- από κοντά : εκ του σύνεγγυς // σε στενή παρακολούθηση
- κοντά-κοντά : σε ελάχιστη απόσταση, δίπλα-δίπλα
- κοντά στο νου κι η γνώση : για κάτι που θεωρείται αυτονόητο
- τώρα κοντά : πρόσφατα ή άμεσα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
κοντά
|
|
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
κοντά
- κοντό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού