μακριά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- μακριά < μεσαιωνική ελληνική μακρέα
[
]
Προφορά
[
]
Επίρρημα
μακριά
- (τοπικό επίρρημα) σε μεγάλη απόσταση στο χώρο
- το σπίτι είναι μακριά από δω
- (χρονικό επίρρημα) σε μεγάλη απόσταση στο χρόνο
- το καλοκαίρι είναι ακόμα μακριά!
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
Μεταφράσεις
μακριά
|
|
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
μακριά
- θηλυκό του μακριός
- μακριό, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού